διαδέχομαι

διαδέχομαι
receive one from another
pres ind mp 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαδέχομαι — διαδέχομαι, διαδέχτηκα και διαδέχθηκα βλ. πίν. 32 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαδέχομαι — (AM διαδέχομαι) (αποθ.) (με αιτ.) 1. παίρνω τη θέση ή αξίωμα που προηγουμένως είχε κάποιος άλλος 2. εναλλάσσομαι με κάποιον σε κάποια θέση αρχ. μσν. 1. κληρονομώ 2. (για άρχοντα) παραδίδω την αρχή» αρχ. δέχομαι κάτι από άλλον 2. ανακουφίζω… …   Dictionary of Greek

  • διαδέχομαι — [диадехомэ] р. замещать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαδέχομαι — διαδέχτηκα, καταλαμβάνω το αξίωμα ή τη θέση που είχε προηγουμένως άλλος: Τους μονάρχες τους διαδέχονταν πάντα τα παιδιά τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαδέχεσθον — διαδέχομαι receive one from another pres imperat mp 2nd dual διαδέχομαι receive one from another pres ind mp 3rd dual διαδέχομαι receive one from another pres ind mp 2nd dual διαδέχομαι receive one from another imperf ind mp 2nd dual (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέχεσθε — διαδέχομαι receive one from another pres imperat mp 2nd pl διαδέχομαι receive one from another pres ind mp 2nd pl διαδέχομαι receive one from another imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεδεγμένον — διαδέχομαι receive one from another perf part mp masc acc sg διαδέχομαι receive one from another perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεδεγμένων — διαδέχομαι receive one from another perf part mp fem gen pl διαδέχομαι receive one from another perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεξαμένων — διαδέχομαι receive one from another aor part mid fem gen pl διαδέχομαι receive one from another aor part mid masc/neut gen pl διαδείκνυμι show plainly aor part mid fem gen pl (ionic) διαδείκνυμι show plainly aor part mid masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεξομένων — διαδέχομαι receive one from another fut part mid fem gen pl διαδέχομαι receive one from another fut part mid masc/neut gen pl διαδείκνυμι show plainly fut part mid fem gen pl (ionic) διαδείκνυμι show plainly fut part mid masc/neut gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.